ἔγκαιρος

ἔγκαιρ-ος, ον,
A timely, seasonable, Pl.Plt.282e, Lg.928a, Them.Or.26.331a: [comp] Sup., Pl.Lg.717a. Adv. -ρως Aristaenet.1.15: [comp] Sup. -ότατα Them.Or.9.120c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκαιρος — timely masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκαιρος — η, ο (AM ἔγκαιρος, ον) 1. αυτός που γίνεται στον κατάλληλο χρόνο, επίκαιρος 2. αρμόδιος, κατάλληλος μσν. νεοελλ. (για καρπούς) 1. ώριμος, γινωμένος 2. φρέσκος («έγκαιρο σταφύλι») 3. πρόσφατος …   Dictionary of Greek

  • έγκαιρος — [энгэрос] εκ. своевременный, уместный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έγκαιρος — η, ο επίρρ. α και εγκαίρως 1. που συμβαίνει στην κατάλληλη στιγμή, ο επίκαιρος: Η έγκαιρη επέμβαση του χειρούργου. 2. (για καρπούς), που είναι στην ώρα του, ο ώριμος, ο γινωμένος: Τα σταφύλια το Σεπτέμβρη είναι έγκαιρα. 3. (για καρπούς), νωπός,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐγκαιρότερον — ἔγκαιρος timely adverbial comp ἔγκαιρος timely masc acc comp sg ἔγκαιρος timely neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαιριώτατον — ἔγκαιρος timely masc acc superl sg ἔγκαιρος timely neut nom/voc/acc superl sg ἐγκαίριος masc acc superl sg ἐγκαίριος neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαιροτέρων — ἔγκαιρος timely fem gen comp pl ἔγκαιρος timely masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαιρότατα — ἔγκαιρος timely adverbial superl ἔγκαιρος timely neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαιρότατον — ἔγκαιρος timely masc acc superl sg ἔγκαιρος timely neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαίριον — ἔγκαιρος timely masc/fem acc sg ἔγκαιρος timely neut nom/voc/acc sg ἐγκαίριος masc/fem acc sg ἐγκαίριος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαίρως — ἔγκαιρος timely adverbial ἔγκαιρος timely masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.